Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Όλες οι ώρες θάλασσα




Όλες οι ώρες θάλασσα
και αρμενίζει στ’ ανοιχτά
καράβι ο έρωτάς μου
γοργόνα εγώ να λούζω τα μαλλιά
στο φεγγαρόφωτο πάνω στην πλώρη του
υγρά φιλιά αφρισμένα
και να σαλεύω τους ιστούς στα ξάρτια του
με τις ανάσες μου, τους στεναγμούς, τον πόθο μου
κύματα, πέλαγα, στο λυγερό κορμί μου
και αλμύρα μες στα σωθικά μου αγαπημένη

Όλες οι ώρες θάλασσα
και αρμενίζει στ’ ανοιχτά
καράβι ο έρωτάς μου
στ’ αμπάρι μαζεμένες οι χαρές μου
στήνουν τρελό χορό καθώς προσμένουν
με τη σειρά τους ν’ αντικρύσουνε τον ήλιο
στην άγκυρα πλεγμένα τα όνειρα μου
σφιχτά δεμένα στην καδένα της
να τρίζουνε σφυρηλατώντας τη σκουριά
στην τιμονιέρα η ζωή μου κλυδωνίζεται
ρότα η ψυχή μου, στην κόντραγέφυρα ανεμίζει ένα ξόρκι
σκόρπιες οι σκέψεις μου γλιστράνε στο πανιόλο,
στην κουπαστή, στην πρύμνη του, χορεύουν στο μαΐστρο
τρελός ο αστρολάβος κάθε νύχτα
καθώς τ’ αστέρια χαμηλώνουν ανεξήγητα
κι αγγίζουν με λαχτάρα την παντιέρα
περίγεια, απόγεια παραληρούν, τρεκλίζουν, απορούνε
ξεβράζει ο ουρανός φεγγάρια – ξερονήσια
να ξαποστάσω ασθμαίνοντας λίγο προτού χαράξει

Όλες οι ώρες θάλασσα
και αρμενίζει στ’ ανοιχτά
καράβι ο έρωτάς μου
γοργόνα εγώ να κολυμπώ
λικνίζοντας την ασημένια σάρκα μου με χάρη
στον ίσκιο του που θλίβει το γαλάζιο
στων κοραλλιών τη χρυσαφένια σκόνη που αναδύεται
στις ηλιαχτίδες που ξεφτούν ρουφώντας το νερό
στο άσπρο που αφήνει ο έλικας του
και στο καθρέφτισμα των ίσαλων του στο βυθό.

Γαλάτεια Π.

Χαραγμένο φιλί



Κάποιες φορές νομίζω
βυθίζομαι,
βουλιάζω γυμνή
στα σκοτεινά νερά
μιας άγριας θάλασσας.
Κι όλο βυθίζομαι
σε υδάτινη άβυσσο.
Χωρίς ανάσα.
Χωρίς σφυγμό.
Μα δε με νοιάζει.
Κι αν θα πνιγώ
θα είναι μονάχα ένας λυγμός
για όσο δεν πρόλαβα
μαζί σου να ζήσω.
Κάποιες φορές
νομίζω πως ρίχνω το σώμα μου
κόντρα στον άνεμο,
κόντρα στη θύελλα.
Δυνατά αντιστέκομαι.
Κι απλώνω τα χέρια.
Αφήνω να πέσει
ένας ψίθυρος τρόμου.
Εγώ στον αέρα
ενός άγνωστου κόσμου.
Μα δε με νοιάζει.
Κι αν παρασυρθώ
θα είναι μονάχα ένα στροβίλισμα,
ένα ξέφρενο βάλς
στο ρυθμό της καρδιάς σου.
Κάποιες φορές
νομίζω πως βρίσκομαι
στη σκηνή του θεάτρου,
πάνω ακριβώς
απ' τα φώτα της ράμπας.
Να ερμηνεύω
ένα ρόλο μιας άλλης ζωής.
Χωρίς χειροκρότημα.
Μα δε με νοιάζει.
Κι αν θα πέσει η αυλαία,
αν σβήσουν τα φώτα,
θα είναι μονάχα η αρχή
μιας δεύτερης πράξης,
η αρχή μιας άλλης ζωής.
Κάποιες φορές
νομίζω αιμορραγώ.
Πορφυρό ποτάμι
όλο το σώμα μου.
Μια απύθμενη, απέραντη,
άλικη λίμνη όλο το είναι μου.
Με κόκκινο χρώμα
βάφω τις νύχτες.
Σημάδια από κόκκινο
αφήνω παντού.
Μα δε με νοιάζει.
Κι αν θα πονέσω,
θα είναι μονάχα μια πληγή
λατρεμένη, αναπόφευκτη,
ένα κόκκινο σημείο-φιλί,
μικρό μα βαθύ,
χαραγμένο στο χάρτη
της μοίρας..."

Γαλάτεια Π.

ΜΠΛΕ



Μπήκες στο σπίτι
εσύ. Κι ο άνεμος.
Κι όταν περπάτησες
τα ρολόγια έδειξαν σιωπή.
Εκεί που στάθηκες
εκεί, πατρίδα αγαπημένη
ολόχρυσο, απάνεμο ακρογιάλι.
Εκεί που κοίταξες
παράδεισος και άβυσσος μαζί και ουρανός.
Πάνω στο κόκκινο
που έγειρες να κοιμηθείς
όλα τα χρώματα μαζί
όλα τα τολμηρά χαμόγελα
σκιά ο πόθος, ξωτικό
κι ο έρωτας φωτιά.
Εκεί που ήπιες
Θάλασσα απύθμενη, βαθειά και τρικυμία.
Στο φως στραμμένο ηλιοτρόπιο
εκεί που γεύτηκες.
Εκεί που χάιδεψες
δέντρα πυκνά σε δάσος σμαραγδένιο, άνοιξη.
Εκεί που έκλαψες
μνήμες ανάγλυφες, ρωγμές,
γυμνά πετράδια που χαράζουν.
Φεγγάρι στα μαλλιά σου τ’ όνειρό μου.
Άστρα στο πρόσωπό σου οι ανάσες μου.
Ασάλευτα, βαριά, βράχοι τα βλέφαρα.
Παραθυρόφυλλα κλειστά.
Τα χείλη σου γλυπτές καμπύλες,
πέπλο, μετάξι πορφυρό
και το φιλί λυχνάρι αναμμένο.
Πόσο μικρή η κάμαρα.
Πόσο βαθύ το μπλε.
Πόσο αντέχει η αγάπη
να σωπαίνει….

Γαλάτεια Π.