Τετάρτη, 16 Δεκεμβρίου 2009

Βροχή



Βροχή στα μοσχοπέταλά της
στάλες βαριές κυλούν μ' ασέλγεια
στο άνηβο κορμί-ορδές-
απόκαμε στον άνεμο
μα πάλι....

Ποιά άνοιξη περπάτησε στεγνή
ποιό άρωμα στο νου σκλαβώθηκε
ποιό χρώμα στη σκιά δεν σιγοκλαίει
είναι γλυκός ο λήθαργος στο χώμα...

Γαλάτεια Π.

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

Ενός λεπτού σιγή





Ενός λεπτού σιγή λοιπόν
για μια παραίσθηση ιδανική
την ώρα εκείνη, τη στιγμή
που τ' όνειρό σου
σαν ξάγρυπνος φρουρός περιπολεί
τις αντοχές σου που απόμειναν να κείτονται
σε καραβιού πλώρη δεμένες
ή σαν αιώνιος εραστής
που με λοξές ματιές
και φλέβες κόκκινες. ανάγλυφες παραληρεί
δίχως φραγμό στον ύπνο του.
Την ώρα εκείνη, τη στιγμή
που η λησμονιά
τη συγκατάθεσή σου αγνοεί και επιμένει
τις θύμησες που αγαπάς να σβήνει με μανία
και τις χαρές, τις ζωγραφιές, τους στίχους σου
με λύσσα να διαγράφει
κι όλο το απέραντο
της μνήμης σου το χρώμα
να ξεθωριάζει μονομιάς,
αχνή οπτασία.
Την ώρα εκείνη, τη στιγμή
που γεύεσαι
τη γύμνια της ανάσας σου
τη γύμνια της ψυχής σου
τα τρίσβαθα του νου
την όλη παρουσία σου που αγγίζεις
κι ελεύθερα τα μάτια σου
στάζουν το δάκρυ
σαν καθρεφτίζονται-πολύτιμα πετράδια-
Στων αστεριών την ασημένια λάμψη

Γαλάτεια Π.

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Εκείνο το μπλέ





Εκείνο το μπλε
που ξέφυγε απ’ τα μάτια σου
κι ήρθε σα χάδι
ήρθε σαν σιωπηλό φτερούγισμα καρδιάς
δεν έμεινε παρά μονάχα δυο λεπτά
όσο κρατάει ένας χορός
όσο κρατάει το πέταγμα του γλάρου σ’ ένα σύννεφο
ή μια ζωή ολάκερη όσο κρατάει σ’ ένα βλέμμα
τα φώτα, η σκηνή , οι θεατές
το χέρι μου στο χέρι σου να τρέμει
και το χαμόγελο στα χείλη να αιωρείται
σαν ακροβάτης πάνω απ’ το φιλί

Εκείνο το μπλε
που ξέφυγε απ’ τα μάτια σου
κι ήρθε σαν σκίρτημα
ήρθε σαν πέπλο διάφανο να με τυλίξει
δεν έμεινε παρά μονάχα δυο λεπτά
όσο κρατάει ένας χορός
όσο κρατάει η πρώτη του ονείρου γεύση ατόφια
ή ένας δισταγμός πριν απ’ το πρώτο άγγιγμα όσο κρατάει
η μουσική, τα βήματα, η αυλαία
στην αγκαλιά σου χώρεσε όλου του κόσμου η σαγήνη
στο τέλος της υπόκλισης
το μπλε που ξέφυγε απ’ τα μάτια σου
θα κλέψει την παράσταση και θα χαθεί

Γαλάτεια Π.

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

Ένα παιγνίδι λέξεων (2)







Ένα παιγνίδι λέξεων μου είπες
κ οι λέξεις σου παίρνουν μορφή
γίνονται ζωντανές , έχουν ανάσα,
αντανακλούν χορδές που πάλλονται
σε αρχέγονους χορούς των Νηρηίδων
και σε αρμονικές κινήσεις ενός Tango.
Σε κάθε στροβίλισμα γεννιούνται στίχοι
γίνονται ποίημα, τραγούδι
και σου μιλάνε μ’ απαλή φωνή,
λίγο με το δισταγμό του χορευτή
στη παρθενική πρεμιέρα,
μα πάντα με περίσσια χάρη κι ομορφιά.

Ανδρέας Καρακόκκινος

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Ένα παιγνίδι λέξεων




Ένα παιχνίδι λέξεων σου είπα.
Ένα παιχνίδι σαν χάρτινο καράβι μες στο πέλαγος.
Εμείς παρόντες. Αρχηγοί. Κι Αιχμάλωτοι.
Σαν εραστές.
Οι λέξεις που τα χείλη
ποτέ δεν τόλμησαν να ψιθυρίσουν
κοράλλια στο βυθό της θάλασσας
που ανασύραμε αργά αργά στη γυάλινη επιφάνεια
δύτες χωρίς το σκάφανδρο, γυμνοί στο φόβο και στο απέραντο.
Πρώτα εσύ, ύστερα εγώ.


Μ’ ένα άσπρο σύννεφο για φόντο
στο ζωντανό πορτραίτο της ψυχής σου
βάφω με σκούρο μπλε τις ενοχές μας.
Κι όλες τις συνειδήσεις μας που ξέφυγαν
τις βάφω κόκκινες.
Στο βάθος των ματιών σου
μια λάμψη έρωτα αντανακλά στο φως.
Στις άκρες των χειλιών σου
μια ξεχασμένη γεύση αμβροσίας που έμεινε απ’ το όνειρο
στο παραμιλητό σου.


Ένα παιχνίδι λέξεων σου είπα.
Κι οι λέξεις χόρεψαν σα Νύμφες να ξορκίσουν
το δάσος που αλυχτούν οι σκέψεις και στοιχειώνουν.
Χείμαρρος η φωνή σου, ποταμός
να παρασέρνει κάθε δισταγμό μου με μανία
κι όλες τις λύπες μου να πνίγει μες στο διάβα του.
Βράχος ο αναστεναγμός σου
που στέκεται αιώνια και προσμένει
το κύμα απ’ την ανάσα μου.
Στο πιο ψηλό κι απόκρημνο σημείο
την τελευταία λέξη μου θα πω.
Κι αυτή, μες στο σκοτάδι…



Γαλάτεια Π.

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Όλες οι ώρες θάλασσα




Όλες οι ώρες θάλασσα
και αρμενίζει στ’ ανοιχτά
καράβι ο έρωτάς μου
γοργόνα εγώ να λούζω τα μαλλιά
στο φεγγαρόφωτο πάνω στην πλώρη του
υγρά φιλιά αφρισμένα
και να σαλεύω τους ιστούς στα ξάρτια του
με τις ανάσες μου, τους στεναγμούς, τον πόθο μου
κύματα, πέλαγα, στο λυγερό κορμί μου
και αλμύρα μες στα σωθικά μου αγαπημένη

Όλες οι ώρες θάλασσα
και αρμενίζει στ’ ανοιχτά
καράβι ο έρωτάς μου
στ’ αμπάρι μαζεμένες οι χαρές μου
στήνουν τρελό χορό καθώς προσμένουν
με τη σειρά τους ν’ αντικρύσουνε τον ήλιο
στην άγκυρα πλεγμένα τα όνειρα μου
σφιχτά δεμένα στην καδένα της
να τρίζουνε σφυρηλατώντας τη σκουριά
στην τιμονιέρα η ζωή μου κλυδωνίζεται
ρότα η ψυχή μου, στην κόντραγέφυρα ανεμίζει ένα ξόρκι
σκόρπιες οι σκέψεις μου γλιστράνε στο πανιόλο,
στην κουπαστή, στην πρύμνη του, χορεύουν στο μαΐστρο
τρελός ο αστρολάβος κάθε νύχτα
καθώς τ’ αστέρια χαμηλώνουν ανεξήγητα
κι αγγίζουν με λαχτάρα την παντιέρα
περίγεια, απόγεια παραληρούν, τρεκλίζουν, απορούνε
ξεβράζει ο ουρανός φεγγάρια – ξερονήσια
να ξαποστάσω ασθμαίνοντας λίγο προτού χαράξει

Όλες οι ώρες θάλασσα
και αρμενίζει στ’ ανοιχτά
καράβι ο έρωτάς μου
γοργόνα εγώ να κολυμπώ
λικνίζοντας την ασημένια σάρκα μου με χάρη
στον ίσκιο του που θλίβει το γαλάζιο
στων κοραλλιών τη χρυσαφένια σκόνη που αναδύεται
στις ηλιαχτίδες που ξεφτούν ρουφώντας το νερό
στο άσπρο που αφήνει ο έλικας του
και στο καθρέφτισμα των ίσαλων του στο βυθό.

Γαλάτεια Π.

Χαραγμένο φιλί



Κάποιες φορές νομίζω
βυθίζομαι,
βουλιάζω γυμνή
στα σκοτεινά νερά
μιας άγριας θάλασσας.
Κι όλο βυθίζομαι
σε υδάτινη άβυσσο.
Χωρίς ανάσα.
Χωρίς σφυγμό.
Μα δε με νοιάζει.
Κι αν θα πνιγώ
θα είναι μονάχα ένας λυγμός
για όσο δεν πρόλαβα
μαζί σου να ζήσω.
Κάποιες φορές
νομίζω πως ρίχνω το σώμα μου
κόντρα στον άνεμο,
κόντρα στη θύελλα.
Δυνατά αντιστέκομαι.
Κι απλώνω τα χέρια.
Αφήνω να πέσει
ένας ψίθυρος τρόμου.
Εγώ στον αέρα
ενός άγνωστου κόσμου.
Μα δε με νοιάζει.
Κι αν παρασυρθώ
θα είναι μονάχα ένα στροβίλισμα,
ένα ξέφρενο βάλς
στο ρυθμό της καρδιάς σου.
Κάποιες φορές
νομίζω πως βρίσκομαι
στη σκηνή του θεάτρου,
πάνω ακριβώς
απ' τα φώτα της ράμπας.
Να ερμηνεύω
ένα ρόλο μιας άλλης ζωής.
Χωρίς χειροκρότημα.
Μα δε με νοιάζει.
Κι αν θα πέσει η αυλαία,
αν σβήσουν τα φώτα,
θα είναι μονάχα η αρχή
μιας δεύτερης πράξης,
η αρχή μιας άλλης ζωής.
Κάποιες φορές
νομίζω αιμορραγώ.
Πορφυρό ποτάμι
όλο το σώμα μου.
Μια απύθμενη, απέραντη,
άλικη λίμνη όλο το είναι μου.
Με κόκκινο χρώμα
βάφω τις νύχτες.
Σημάδια από κόκκινο
αφήνω παντού.
Μα δε με νοιάζει.
Κι αν θα πονέσω,
θα είναι μονάχα μια πληγή
λατρεμένη, αναπόφευκτη,
ένα κόκκινο σημείο-φιλί,
μικρό μα βαθύ,
χαραγμένο στο χάρτη
της μοίρας..."

Γαλάτεια Π.

ΜΠΛΕ



Μπήκες στο σπίτι
εσύ. Κι ο άνεμος.
Κι όταν περπάτησες
τα ρολόγια έδειξαν σιωπή.
Εκεί που στάθηκες
εκεί, πατρίδα αγαπημένη
ολόχρυσο, απάνεμο ακρογιάλι.
Εκεί που κοίταξες
παράδεισος και άβυσσος μαζί και ουρανός.
Πάνω στο κόκκινο
που έγειρες να κοιμηθείς
όλα τα χρώματα μαζί
όλα τα τολμηρά χαμόγελα
σκιά ο πόθος, ξωτικό
κι ο έρωτας φωτιά.
Εκεί που ήπιες
Θάλασσα απύθμενη, βαθειά και τρικυμία.
Στο φως στραμμένο ηλιοτρόπιο
εκεί που γεύτηκες.
Εκεί που χάιδεψες
δέντρα πυκνά σε δάσος σμαραγδένιο, άνοιξη.
Εκεί που έκλαψες
μνήμες ανάγλυφες, ρωγμές,
γυμνά πετράδια που χαράζουν.
Φεγγάρι στα μαλλιά σου τ’ όνειρό μου.
Άστρα στο πρόσωπό σου οι ανάσες μου.
Ασάλευτα, βαριά, βράχοι τα βλέφαρα.
Παραθυρόφυλλα κλειστά.
Τα χείλη σου γλυπτές καμπύλες,
πέπλο, μετάξι πορφυρό
και το φιλί λυχνάρι αναμμένο.
Πόσο μικρή η κάμαρα.
Πόσο βαθύ το μπλε.
Πόσο αντέχει η αγάπη
να σωπαίνει….

Γαλάτεια Π.